λόης παπαδόπουλος
Επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Καβάλας
αρχιτεκτονική μελέτη μέχρι τη φάση και της οριστικής μελέτης

ΦOΡΕΑΣ ΤOΥ ΕΡΓOΥ:
Υπουργείο Πολιτισμού, ΙΗ Εφορεία ΠΚΑ

ΑΡΧΙΤΕΚΤOΝΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ:
Δημήτρης Α. Φατούρος, Γιάννης Βλάχος, Λόης Παπαδόπουλος, Γιώργος Παπακώστας

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤOΝΕΣ:
Απόστολος Πάνος, Άγγελος Παπαγεωργίου, Χριστίνα Παρακεντέ, Λίζα Τικταπανίδου

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΑΝΑΛΥΤΕΣ-ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΣ:
Αριστοτέλης Βασιλειάδης, Εύη Σταύρακα


ΣΤΑΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ:
Πέννυ Αντωνιάδου, Α. Κόκκαλης, Α. Τριανταφυλλοπούλου

ΗΛΕΚΤΡOΜΗΧΑΝOΛOΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ:
Γιάννης Λεβέντης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ:
αρχιτεκτονικά θέματα
αρχιτέκτονες
κατάλογος 4ης έκθεσης ΣΑΘ
κατάλογος 2ης έκθεσης ΣΑΝΑ
κατάλογος 3ης έκθεσης ΣΑΝΑ

ΠΡOΓΡΑΜΜΑ:
Επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Καβάλας (Αρχιτέκτων Δ. Α. Φατούρος, 1962-1963) για χρήσεις εργαστηρίων, εκθέσεων, σεμιναρίων, μικρού βιβλιοπωλείου και κατοικίας του/της Εφόρου Αρχαιοτήτων, κατά το διπλάσιο περίπου του σημερινού του μεγέθους (4.900 τ.μ. σύν 1271 τ.μ. υπόγειοι χώροι).

ΑΡΧΙΤΕΚΤOΝΙΚΗ ΠΡOΤΑΣΗ:
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας συνιστά μία ενδιαφέρουσα εκδοχή του ελληνικού μοντερνισμού, στην οποία συνοψίζονται οι αρχιτεκτονικές αρχές της δημόσιας παραγγελίας στις αρχές της δεύτερης μεταπολεμικής δεκαετίας. Η αρχιτεκτονική σύνθεση της επέκτασης του κτιρίου ακολουθεί τις συντακτικές, μορφολογικές και κατασκευαστικές αρχές της αρχικής μελέτης του Μουσείου: οριζόντια ανάπτυξη του κτιρίου, συνέχεια και ροϊκότητα, λιτότητα στην επιλογή των υλικών, αποκλεισμός κάθε τεχνολογικής εκζήτησης, αναγωγή των μορφών και των αναλογιών σε εύληπτες γεωμετρικές υποθέσεις και αναπαραγωγή του στοιχείου του αιθρίου Η επέκταση περιβάλλει από τις τρεις πλευρές το παλαιό Μουσείο. Με τη χωροθέτηση της κύριας εισόδου από την πλευρά της οδού του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και την άμεση σχέση της με το νέο αίθριο μετασχηματίζεται η σχέση του μουσείου με την πόλη. Γύρω από το νέο αίθριο με μεταλλική στέγη και διαφανή κάλυψη συγκροτούνται οι νέοι χώροι πολιτισμού του Μουσείου: η γλυπτοθήκη, η αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και το μικρό βιβλιοπωλείο. Αναδιατυπώνεται το οργανωτικό πλέγμα των αιθρίων της αρχικής μελέτης με την κάλυψή του νότιου αιθρίου με μεταλλική στέγη, διαφανή κάλυψη και περιμετρικό μεταλλικό εξώστη. Για την μορφή της μεταλλικής στέγης των αιθρίων σχεδιάζονται δύο εναλλακτικές λύσεις (η καμπυλόμορφη και η δικλινής) από τις οποίες προκρίνεται η δεύτερη. Το νέο διώροφο κτίριο των εργαστηρίων διατάσσεται κατά μήκος του ανατολικού ορίου του οικοπέδου και συνδέεται με το παλαιό Μουσείο με ημιυπαίθρια στοά. Για την υπαίθρια έκθεση αρχαιολογικών ευρημάτων, ανάμεσα στο παλαιό Μουσείο και στο νέο κτίριο των Εργαστηρίων διαμορφώνεται μία επιμήκης εσωτερική αυλή. Η κατοικία του/της Εφόρου Αρχαιοτήτων καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα του οικοπέδου σε άμεση σχέση με τη Διοίκηση του Μουσείου και το παρακείμενο Δημοτικό Πάρκο. O περιμετρικός εξώστης της γλυπτοθήκης, οι στοές στη νότια και στη δυτική όψη, το περιμετρικό πέτασμα με τις ορθογωνικές οπές και ο μικρός εξώστης στην ανατολική όψη, υποστηρίζουν την άποψη μιας ημιυπαίθριας αρχιτεκτονικής η οποία ανανεώνει τη σχέση του κτιρίου με το Δημοτικό Πάρκο και τη Θάλασσα.